Πέμπτη 12 Αυγούστου 2010

Δύο διαφορετικές αρχιτεκτονικές προτάσεις Β΄


Η δεύτερη πρότασή μου αφορά στο χώρο του άλσους Γουδή και είναι τολμηρότερη. Λαμβάνοντας αφορμή από την ανέγερση υπαίθριου ναού έξω από το Ξυλόκαστρο, στα βόρεια του ψηφιδογραφημένου εκπληκτικού ναού της Φανερωμένης, προτείνω τη διαμόρφωση χώρου στο άλσος Γουδή σε ναό δύο επιπέδων. Το ανώτερο επίπεδο, υπέργειο, ασκεπές, όπως τα αρχαιοελληνικά θέατρα και στάδια, γραμμικό στον τύπο της μονόκλιτης βασιλικής, με σύνθρονο αλλά χωρίς αψίδα, με χαμηλό φράγμα πρεσβυτερίου, περιτοιχισμένο με ορθομαρμάρωση 2,20 μέτρων θα μπορεί να συνδυάζει τη λιτότητα της λατρείας και την επαφή με το φυσικό περιβάλλον. Το κατώτερο επίπεδο, υπόγειο, με φυσικό φωτισμό από υαλότουβλα και διακριτικό τεχνητό φωτισμό, κατάλληλο για τους χειμερινούς μήνες. Η δεύτερη αυτή λύση παρέχει ελάχιστη παρέμβαση στο φυσικό περιβάλλον, είναι ταπεινή και παραπέμπει στους χρόνους της διωκόμενης Εκκλησίας των κατακομβών, της μαρτυρικής αλλά και ενδόξου.

Σαφέστατα, οι δύο προτάσεις, της αναστήλωσης της βασιλικής του Ιλισσού και η ανωτέρω προϋποθέτουν μία διαφορετική από την κρατούσα προσέγγιση για το τι αναμένουμε από ένα καθεδρικό ναό.

Η παλαιοχριστιανική βασιλική του αγ. Λεωνίδη βρίσκεται χαμηλότερα από την επιφάνεια του οδοστρώματος της οδού Αρδηττού. Η προσέγγιση γίνεται μόνο με τα πόδια και μάλιστα πρέπει κανείς να κατέβει βαθμίδες όπως στο ναό της αγ. Σοφίας Θεσσαλονίκης.

Κάτι παρόμοιο ισχύει και στην πρόταση για τον υπαίθριο ναό του άλσους Γουδή. Ίσως για την προστασία του από ξαφνικές βροχοπτώσεις να είναι υπερυψωμένο κατά δύο ως τρεις βαθμίδες από το χώμα, αλλ΄όχι περισσότερο. Ο πιστός νοιώθει εκτεθειμένος στο μεγαλείο του ουρανού και συγχρόνως ελεύθερος από αρχιτεκτονικούς περιορισμούς. Στη δε υπόγειά του μορφή, αντιλαμβάνεται την εσωτερικότητα της πίστης και τη μυστική ενότητα του εκκλησιαστικού πληρώματος. Και άνω και κάτω από τη γη ζει εντονότερα και φυσικότερα το υπερφυσικό εντός του.

Δύο διαφορετικές αρχιτεκτονικές προτάσεις

ο καθεδρικός ναός των Αθηνών εν μέσω ικριωμάτων
Τα τελευταία χρόνια, κυρίως μετά από το σεισμό του 1999 ο οποίος άφησε λαβωμένο τον καθεδρικό ναό των Αθηνών, έχει ανακινηθεί το θέμα ενός νέου καθεδρικού ναού για την πρωτεύουσα. Ανάμεσα στις προτάσεις για τον πιθανό χώρο ανέγερσής του είχαν ακουστεί η περιοχή Γουδή, πάνω από τα νοσοκομεία Παίδων, η οποία ανήκει στο στρατό, ο χώρος που θα απελευθερωνόταν από την κατεδάφιση ορισμένων από τις προσφυγικές κατοικίες στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας κ.ά.

Όλες οι προτάσεις προσέκρουσαν στη σύγχρονη τάση των πολιτών για 'λιγότερο μπετόν και περισσότερο πράσινο'. Θέτοντας σε δεύτερη μοίρα το ζήτημα του κατά πόσον αποτελεί πρόφαση ή όχι η αιτίαση αυτή, επιθυμώ με το άρθρο αυτό να προτείνω δύο διαφορετικές-φιλικές προς το περιβάλλον-ιδέες για ένα νέο μητροπολιτικό ναό των Αθηνών.

Την πρώτη τη δανείζομαι από το μακαριστό καθηγητή στο αντικείμενο της Χριστιανικής Αρχαιολογίας και Τέχνης, Γεώργιο Αντουράκη, δημοσιευμένη μάλιστα (Τα παλαιοχριστιανικά μνημεία του Ιλισσού, Αθήνα 1997). Πρόκειται για την αναστήλωση μιας παλαιοχριστιανικής βασιλικής αφιερωμένης στον επίσκοπο Λεωνίδη (γ΄ αι.), τα θεμέλια και το διακοσμημένο δάπεδο της οποίας μπορεί κανείς να δει πίσω από τους στήλους του Ολυμπίου Διός, στο σύνορο με τις αθλητικές εγκαταστάσεις του Δήμου Αθηναίων στη συμβολή των οδών Β. Όλγας, Β. Κωνσταντίνου και Αρδηττού.

η βασιλική του Ιλισσού
Πρόκειται για μια τεράστια τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική του ε΄ αιώνα μήκους 55 και πλάτους 22μ., με αντίστοιχα μεγάλο αίθριο, μεταβατική στο ρυθμό της τρουλαίας, ενός μνημείου με πολλά και ιδιαίτερα μοναδικά χαρακτηριστικά, τα οποί θα αναδειχθούν μόνον εφόσον αναστηλωθεί. Το αρχαιότερο οικοδόμημα του συγκροτήματος είναι η κρύπτη-μαρτύριο του αγ. Λεωνίδη, κτήριο του δ΄ αιώνα, στο οποίο φυλάσσονταν τα λείψανα του Αγίου και της συνοδείας του σε τρεις αψιδωτούς τάφους σε ισάριθμες πλευρές της κρύπτης.

Ο άγιος Λεωνίδης, επίσκοπος Αθηνών, υπέστη το σταυρικό θάνατο μαζί με άλλες επτά χριστιανές γυναίκες στην Τροιζήνα, το Πάσχα του 250 κατά το διωγμό του Δεκίου. Μέχρι τις αρχές του δ΄ αιώνα τα λείψανά τους φυλάσσονταν από τους χριστιανούς σε ναό της Επιδαύρου απ'όπου και μετακομίσθηκαν, ίσως κατ' απαίτηση των Αθηναίων, επί Μ. Κωνσταντίνου και τοποθετήθηκαν στην εν λόγω κρύπτη. Την ίδρυση της παρακείμενης βασιλικής συνδέει ο καθηγητής Αντουράκης με την ανάρρυση στον αυτοκρατορικό θρόνο της φιλότεχνης βασίλισσας Αθηναϊδας-Ευδοκίας, συζύγου του Θεοδοσίου Β΄ το 423, η οποία θέλησε και με αυτό τον τρόπο να ευεργετήσει την ιδιαίτερη πατρίδα της. Η βασιλική έχει όλα τα χαρακτηριστικά του παλαιοχριστιανικού ναού. Αψίδα με σύνθρονο στο ιερό και κιβώριο επάνω από την αγ. Τράπεζα, γλυπτό και ψηφιδωτό διάκοσμο, ορθομαρμάρωση και ίσως γυναικωνίτη.

Εκτός του μαρτυρίου-κρύπτης, το δεύτερο πρόσκτισμα είναι ίσως βαπτιστήριο στα Β.Δ. του ναού, το οποίο χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως τάφος.

 Το εν λόγῳ μνημείο, μετά την αναστήλωσή του και την ανάδειξή του με την απελευθέρωση του αιθρίου είναι δυνατόν  να κοσμήσει την πόλη των Αθηνών κατ' αναλαγία με την παλαιοχριστιανική βασιλική του αγ. Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη και να χρησιμοποιηθεί ως μητροπολιτικός ναός, χωρίς να επιβαρυνθεί στο ελάχιστο η πολύπαθη Αθήνα.


επιδαπέδιο ψηφιδωτό της βασιλικής του Ιλισσού